Νέο Blog


Αποθηκεύστε αυτήν την διεύθυνση.

Από το φθινόπωρο θα ξεκινήσει τη λειτουργία του ένα ολοκαίνουργιο blog για τα μη προβεβλημένα πολιτιστικά δρώμενα της Αθήνας και όχι μόνο.

Με αποκλειστικές παρουσιάσεις, συνεντεύξεις και πολλά άλλα.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μας συμπληρώνοντας την φόρμα στο τέλος της σελίδας.

Λένε ότι η τέχνη αναδύεται όταν οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες είναι σκοτεινές. Απτή απόδειξη, οι δημιουργίες αγωνιστών της δημοκρατίας μέσα σε κελιά φυλακών και τόπους εξορίας κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας. Πριν από λίγες μέρες τις παρουσίασαν στο κοινό, στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Η ζωή στις φυλακές και τις εξορίες”, που διοργάνωσαν ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων-Εξορισθέντων Αντιστασιακών της περιόδου 1967-1974 και ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης. Μια εκδήλωση που αφιερώθηκε στη μνήμη του αγωνιστή Γιώργου Σιπιτάνου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, σε ηλικία 69 χρόνων.

Συνέντευξη Έλσα Σπυριδοπούλου

Πίνακες ζωγραφικής, μια κιθάρα που φτιάχτηκε από ψαροκασέλες, ένα τάβλι από σκαλισμένα καυσόξυλα, ιστιοφόρα που χαράχτηκαν με τη βοήθεια... ακονισμένων κουταλιών. Οι φυλακισμένοι έγιναν καλλιτέχνες. Έτσι διατήρησαν την αγάπη τους για τη ζωή.
Τα έργα αυτά, μεγάλης συναισθηματικής αξίας για τους ίδιους, τα παρουσίασαν με ιδιαίτερη συγκίνηση σε μια εκδήλωση, όπου παρόντες ήταν ο αυτοδίδακτος ζωγράφος Γιώργος Φαρσακίδης που μίλησε για την “Τέχνη στις εξορίες της Χούντας”, ο Αδάμ Δράγας που αναφέρθηκε στην “Τέχνη στις φυλακές της Χούντας”, ο Γιάννης Χατζής που παρουσίασε τον “Καραγκιόζη δικτάτορα”, και το “Δικηγόρων σχήμα” που παρέα με γνωστούς τραγουδιστές έδωσε συναυλία με “Τραγούδια της φυλακής”.
“Οι υψηλές αξίες είναι ο κατεξοχήν καρπός που ωριμάζει πάνω στη στέρηση”, υποστηρίζει ο κ. Φαρσακίδης. Κοιτάζει τους πίνακές του και θυμάται όσα δύσκολα πέρασε, αλλά καμαρώνει κιόλας για αυτά τα έργα. “Δημιουργούσαμε σε δύσκολες καταστάσεις, αλλά ήμασταν και εφευρετικοί. Είχαμε την πονηριά πώς να προμηθευόμαστε τα υλικά μας. Παράνομα βέβαια, αλλά το καταφέρναμε”, λέει χαμογελώντας. Δίπλα του, άλλοι φυλακισμένοι έφτιαχναν όργανα μουσικής, ξυλόγλυπτες κατασκευές, έγραφαν στίχους, τραγούδια, έστηναν θεατρικές παραστάσεις.
Μπορεί να ήταν “σκλαβωμένοι”, αλλά η πίστη και οι ανησυχίες τους για το αύριο δεν τους εγκατέλειψαν. “Η στέρηση γινόταν πηγή έμπνευσης και εφευρετικότητας, γιατί δεν υπήρχαν και τα υλικά”, αναφέρει ο εκπαιδευτικός Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, μέλος της οργανωτικής επιτροπής. Ο ίδιος και τα λοιπά μέλη της επιτροπής έκαναν έκκληση στους πρώην κρατούμενους να φέρει ο καθένας ό,τι έχει σώσει. Παρά τους δισταγμούς να μη χαθούν αυτά τα μικρά αλλά πολύτιμα για τους ίδιους αντικείμενα, η ανταπόκριση δεν ήταν μικρή. Δυστυχώς η εκδήλωση κράτησε μόνο μία μέρα, καθώς “η αντιφασιστική και η αντιδικτατορική αντίσταση κρατούνται συνειδητά άστεγες και άπορες στην πόλη μας”, όπως υποστηρίζει ο κ. Μηταφίδης.

ΔΩΡΑ ΣΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ
Καλύτερα από όλα αυτά μιλούν οι δυνατές στιγμές που καταγράφει ο κ. Φαρσακίδης στο λεύκωμά του “Η τέχνη στα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων επί χούντας 1967-1971”.
“Με τον πηγαιμό μας στη Γυάρο φούντωσε η χειροτεχνική μας δραστηριότητα. Στα πρώτα ‘απαγορεύεται’ της Διοίκησης συμπεριλαμβάνονται και τα ‘οιαδήποτε αιχμηρά αντικείμενα’. Έτσι, τα πρώτα μαχαίρια και σκαλιστικά εργαλεία υπήρξαν κάποια σιδερικά και κουτάλια ακονισμένα. Στη Γυάρο είχα μπάσει παράνομα πυρογράφο και τον δούλεψα συνδυάζοντας πυρογραφία και χρώμα. Το χρώμα με βάση τη ζάχαρη, πατιναρισμένο με τη φωτιά, μπαίνοντας στους πόρους του ξύλου έδινε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Η πρώτη μας ύλη από καυσόξυλα, κασόνια και τελάρα λαχανικών. Αλλά και οι πέτρες και τα βότσαλα του γιαλού δουλεύτηκαν με επιτυχία από τη Βάσω Κατράκη, το Γιάννη Ρίτσο, τον Κυριάκο Τσακίρη και άλλους αργότερα”.
Το στρατόπεδο στο Λακκί, όπως λέει, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε χώρο κρατουμένων επί Χούντας, “γνώρισε έναν εντυπωσιακό μορφωτικό-πολιτιστικό οργασμό, κάτι που μετέτρεψε την παθητική προσμονή σε συνθήκες ερμητικής απομόνωσης, σε πρώτη γραμμή του μετώπου. Δεν το είχαν προβλέψει βλέπετε οι ‘εγκέφαλοι’ που προγραμμάτισαν το ‘διαχωρισμό’ πως η ‘ακέφαλη μάζα’ θα μπόραγε να ξετυλίξει τόσο αυτοδύναμα το δημιουργικό της απόθεμα”.
Οι πιο πολλοί φυλακισμένοι έγιναν οπαδοί της πυρογραφίας και σ’ αυτό βοήθησαν πολύ “οι αυτοσχέδιοι πυρογράφοι που μαστορεύαμε, που ήταν πιο φτηνοί και πιο εύχρηστοι. Το ίδιο και το μηχανάκι που επινοήθηκε για να ξανατυλίγουμε το σύρμα της αντίστασης στις πυροκεφαλές που καίγονταν. Με τις μεταγωγές η πυρογραφία πέρασε στο Παρθένι και το στρατόπεδο του Ωρωπού και υπολογίζω πως ίσως πάνω από εκατό άτομα είχαν ασχοληθεί με την πυρογραφία ή είχαν αποκτήσει πυρογράφους στρατοπεδικής κατασκευής”.
Στο ίδιο στρατόπεδο δουλεύτηκε πολύ και η δύσκολη στην κατεργασία της πέτρα του σταλακτίτη, “η οποία ήτανε, σαν κόσμημα και σαν δώρο, από τα πιο καλοδεχούμενα. Πλατιά διάδοση είχαν και τα παράγωγα της μεταξοτυπίας που δουλεύτηκε στην πιο χειροτεχνική της μορφή. Το χάραγμα στη μεμβράνη με κοπιδάκι, το πέρασμα στη γάζα, το τύπωμα, είχαν τις δυσκολίες τους. Ωστόσο με την τεχνική της μεταξοτυπίας είχαμε πετύχει μια μαζική παραγωγή χειροτεχνημάτων και καρτών για τις ανάγκες του στρατοπέδου”.
Μόλις άρχισε να χαλαρώνει η απαγόρευση, οι φυλακισμένοι έστελναν τα διάφορα είδη χειροτεχνικής σαν δώρα στα σπίτια τους και στα άλλα στρατόπεδα. Τα χειροτεχνήματα, μαζί με τις ευχετήριες κάρτες, σταλμένα σε κάθε γωνιά της χώρας αποτελούσαν στοιχεία πληροφόρησης και μηνυμάτων. Και φυσικά, όπως σημειώνει ο κ. Φαρσακίδης, “η θεματολογία στις κάρτες, με τη σχολαστική λογοκρισία, υπήρξε κατ’ ανάγκη ουδέτερη”.

ΣΚΙΤΣΑ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ
Η δίψα για μάθηση ήταν μεγάλη. Προγραμματίστηκαν μαθήματα δημοτικού, γυμνασίου και ξένων γλωσσών, δημιουργήθηκαν τμήματα μελέτης φιλοσοφίας, πολιτικής οικονομίας, στρατηγικής και τακτικής, ενώ συγκροτήθηκε και ομάδα μελέτης της ιστορίας και της ιστορίας της τέχνης.
Δεν έλειπε επίσης το θέατρο. Η ομάδα που δημιουργήθηκε στο στρατόπεδο ανέβασε έργα όπως “Η Μαρία του Οκτώβρη”, “Ο καλός στρατιώτης Σβέικ”, κωμωδίες, σκετς, Καραγκιόζη. “Και όπως παλιά στον Αϊ-Στράτη, έτσι και στη Λέρο αργότερα, δουλεύοντας σε συνθήκες αντίξοες τα σκηνικά του στρατοπεδικού μας θεάτρου, αντλούσαμε κουράγιο από την αίσθηση των στιγμών της χαράς που θα δίναμε στους ταλαιπωρημένους από την πολύχρονη κράτηση συνεξόριστους” θυμάται ο κ. Φαρσακίδης.
Ούτε το τραγούδι έλειπε. Στο στρατόπεδο στο Λακκί έχουν γραφτεί και τραγουδηθεί 16 τραγούδια σε στίχους του Νίκου Δαμίγκου με μουσική του Χρήστου Λουρετζή. Στο τραγούδι “Η μάνα του παράνομου”, αφιερωμένο στον δολοφονημένο νεολαίο αγωνιστή Γιάννη Χαλκίδη, τη μουσική έγραψε ο Κυριάκος Υψηλάντης. Βραδιές ποίησης “συνταίριαζαν πετυχημένα ψυχαγωγία και μόρφωση, και απαραίτητη στις περισσότερες εκδηλώσεις ήταν η αυτοσχέδια ορχήστρα, που είχε τα περισσότερα όργανα δικής μας κατασκευής και συνόδευε τη χορωδία του στρατοπέδου. Και πρέπει να πούμε πως όλες οι συνεχείς και πολύμορφες προσπάθειες του αντιπάλου να ανακόψει τη μορφωτική-ψυχαγωγική μας δραστηριότητα έπεσαν στο κενό”.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η καταγραφή μιας από αυτές τις προσπάθειες: “Ετοίμασε κάποτε δεματάκι ο μπαρμπ’ Αντρέας με δυο αϊτούς να τους στείλει στα εγγονάκια του, αλλά ένα ‘σαΐνι’ της λογοκρισίας το απαγόρεψε. Διότι, όπως ισχυρίσθηκε: ‘Είχαν αμφότεροι στραμμένη την κεφαλήν των, ατενίζοντες σαφώς προς αριστεράν!’”.
Πώς να καταγράψεις όμως αυτές τις συνθήκες; Ελλείψει φωτογραφικής μηχανής, το σχέδιο ήταν ο μόνος τρόπος να αποτυπώσεις σαν ντοκουμέντο τα συμβάντα. Έτσι απαθανατίστηκε από τον κ. Φαρσακίδη ο μπαρμπα-Βασίλης Τσίγγος στο φορείο του, βαριά άρρωστος, από τις πρώτες μέρες στη Γυάρο.
“‘Ζωγράφισέ με’, μου έλεγε με χαμόγελο μαντεύοντας το τέλος του, ‘να το αφήσω στον Βαγγέλη, τον γιο μου, να με θυμάται’. Και το αντίγραφο του σκίτσου δόθηκε, όπως το ήθελε, στον γιο του, συγκρατούμενό μας για χρόνια”.
Έτσι απαθανατίστηκε και ο Κώστας Παπαδόπουλος. “Μέσα στη νύχτα έπαθε καρδιακή προσβολή και ξεψύχησε κυριολεκτικά μέσα στα χέρια μας. Σχεδίασα ένα σκίτσο το μεσημέρι της επόμενης μέρας με τον σύντροφό μας νεκρό και την τιμητική φρουρά γύρω από το φέρετρο”.

ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Οι εποχές εναλλάσσονταν. Η φύση δεν σταματά μπροστά στην αγριότητα. Μια σκηνή που περιγράφει ο κ. Φαρσακίδης από την άνοιξη του 1970 στο Λακκί δεν χωρά σχολιασμούς: “Στη γωνιά του ιατρείου μια εθελόντρια ερυθροσταυρίτισσα. Δίπλα στο συρματόπλεγμα που ζώνει τον αυλόγυρο ένας ηλικιωμένος μάλλον κρατούμενος, προσπαθεί από ώρα μ’ ένα σκουπόξυλο να φτάσει κάτι πίσω από το σύρμα. Η νοσοκόμα αθέατη, όλο περιέργεια παρακολουθεί. Ο κρατούμενος έφυγε για να ξαναγυρίσει σε λίγο με ένα καλάμι. Το στέριωσε στο σκουπόξυλο, ξανάρχισε την προσπάθεια και τελικά τραβώντας το πίσω, έλαμψε από χαρά.
‘Δεν κρατήθηκα’, μου έλεγε αργότερα με βουρκωμένα τα μάτια η αδελφή. ‘Έτρεξα να κρυφτώ στο δωμάτιο και ξέσπασα σε λυγμούς’. Στην άκρη του καλαμιού κρεμόταν ένα λουλουδάκι, μια ανεμώνα. ‘Το καταλαβαίνεις; Τόση προσπάθεια για ένα λουλούδι! Φυσικά, πού αλλού μπορούσε να είναι τόσο πολύτιμο το νερό όσο στην κόλαση;’. Αλήθεια, σκέφτηκα, μήπως αυτό που λέγεται αγάπη για το ωραίο δεν φουντώνει μέσα μας για να καλύψει κάποια κενά; Κι ενώ οι πολύμορφες στερήσεις της ζωής στα στρατόπεδα αποθέτουν μέσα μας βιώματα σκοτεινά, παράλληλα, λες και ξεσπώντας σε αυτοάμυνα, το Είναι μας αποζητάει το φωτεινό και χαρούμενο. Κάποιες στιγμές φυγής λυτρωτικής σ’ έναν κόσμο όπως τον ονειρεύτηκε και το ακριβοπλήρωσε τόσο. Και τα φωτεινά και χαρούμενα χρώματα, που δεν λείπουνε από τα εικαστικά πονήματα των κρατούμενων, δεν αποτελούν παρά τη μία από τις δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας”.
makthes
Επιστροφή

Επικοινωνήστε μαζί μας