Βαλκανικός ήχος και ξέφρενος χορός από τους Cabaret Balkan και Mahala Rai Banda
Ερχονται από διαφορετικές περιοχές, αλλά και τα δύο συγκροτήματα πειραματίζονται με πρωτότυπο τρόπο με τον βαλκανικό ήχο. Εχουν κάνει διαφορετική καριέρα, αλλά έχουν ίδια όρεξη για γλέντι.
Οσοι αντέχετε στον ξέφρενο χορό και διασκεδάζετε με την παραδοσιακή μουσική, αυτή την εβδομάδα έχετε την ευκαιρία να ακούσετε δύο μπάντες που θα σας δείξουν μια πλευρά της την οποία ενδεχομένως δεν γνωρίζατε: οι «Cabaret Balkan» από τη Θεσσαλονίκη παίζουν την Παρασκευή στο «Art House» στο Γκάζι και επιδίδονται στις πιο απρόοπτες διασκευές. Ενώ οι «Mahala Rai Banda» συνεχίζουν τις εμφανίσεις τους στο «Χαφ Νόουτ» μέχρι την Πέμπτη, συνδυάζοντας τη ρουμάνικη φολκ με τις μπάντες πνευστών της Μολδαβίας.
* Ας αρχίσουμε απ' τους δικούς μας: Στην έδρα τους, το «Orient» της Θεσσαλονίκης, με δυσκολία μπαίνεις τα σαββατόβραδα. Το μαγαζί γεμάτο, ο κόσμος πάνω στα τραπέζια, το κέφι σε μεγάλες δόσεις. Το αδιαχώρητο, για ένα συγκρότημα που μετράει μόλις ενάμιση χρόνο ζωής και έδωσε την πρώτη του συναυλία μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. «Βγήκαμε στη σκηνή έχοντας κάνει μόνο τρεις πρόβες. Ηταν ένα πολύ άγουρο εγχείρημα, αλλά μας έδωσαν φόρα η πίστη του παραγωγού μας, Νίκου Στεφανίδη, η τρέλα μας και η θερμή ανταπόκριση των θαμώνων» λέει ο τουμπίστας Βασίλης Θεμελής, που εγκατέλειψε τα εμβατήρια και τη μονιμότητα του Μουσικού Σώματος Στρατού Ξηράς κι έκανε το όνειρό του πραγματικότητα.
Το ίδιο όνειρο μοιράζονται και οι υπόλοιποι «Cabaret Balkan»: Θάνος Σταυρίδης (ακορντεόν), Βασίλης Κομματάς (κλαρίνο) και ο γάλλος τραγουδιστής Λίλο Λοράν Λιμέλ.
Οι δύο πρώτοι διατηρούσαν επί χρόνια το τζαζ συγκρότημα των Βορείων Εταίρων. «Παλεύουμε χρόνια με τη μουσική. Κατάγομαι από τη Φλώρινα και ο βαλκανικός ήχος μού είναι εξαιρετικά γνώριμος. Ωστόσο, ο μεγαλύτερός μου φόβος θα ήταν να παίζω μόνο παραδοσιακά» λέει ο Β. Κομματάς. «Για να κάνουμε το κέφι μας έχουμε παίξει παντού: από γάμους μέχρι με την Ευανθία Ρεμπούτσικα».
Το ίδιο ευρύ είναι και το ρεπερτόριό τους. Στις εμφανίσεις τους προσθέτουν κλαρίνα, ακορντεόν, βαλκανικό ήχο και πολύ χιούμορ στο «Walk this way», «Γιατί θες να φύγεις, πού θα πας», «Don't worry, be happy», «Stand by me» μέχρι το «Kiss» του Πρινς, το «Sodade» της Σεζάρια Εβόρα και το «Highway to hell» των ACDC! «Πρωτογενές υλικό δεν έχουμε. Αλλά σίγουρα οι διασκευές μας δεν είναι μια απλή αναπαραγωγή του κομματιού. Τα κάνουμε αγνώριστα, τα ξαναχτίζουμε νότα νότα. Τα στολίζουμε με όλα αυτά που μας αρέσουν» λέει ο Β. Κομματάς.
Οι Mahala Rai Banda Και το κοινό πώς ανταποκρίνεται; «Η αρχική αντίδραση είναι μια ευχάριστη έκπληξη, που στην πορεία γίνεται η απόλυτη εξωστρέφεια. Στην πραγματικότητα δείχνουμε πώς θα ήταν όλα αυτά τα κομμάτια αν ο δημιουργός τους καταγόταν από τα Βαλκάνια» προσθέτει ο Θ. Σταυρίδης.
Ολα τα βιολιά στην πίστα
* Το όνομα των Ρουμάνων Mahala Rai Banda σημαίνει «Ευγενής Ορχήστρα του Γκέτο». «Αυτό που τελικά ήθελα να κάνω ήταν μια μπάντα που θα επέστρεφε στις ρίζες μας. Πιστέψτε με, οι Mahala θα σκίσουν».
Με αυτές τις δηλώσεις και αρκετή αυτοπεποίηθηση ξεκίνησε ο Ιονίτα Αουρέλ πριν από μερικά χρόνια να πειραματίζεται προσπαθώντας να εξελίξει τον βαλκανικό ήχο. Βιολιστής και αρχηγός των Mahala Rai Banda, συγκέντρωσε τους καλύτερους τσιγγάνους μουσικούς της νεότερης γενιάς και μαζί τους δημιούργησε έναν νέο ήχο με δυνατούς ρυθμούς, μπόλικη ενέργεια, ικανή να οδηγήσει στον χορό και τους πλέον αποστασιοποιημένους. Βιολιά, τρομπέτες, μια τούμπα, σαξόφωνο, κλαρινέτο, ακορντεόν και δύο τραγουδιστές σε μεγάλα κέφια.
Οι Mahala Rai Banda είναι μια νεότερη εκδοχή των φημισμένων Taraf de Haidouks ή των, πιο δημοφιλών, Fanfare Ciocarlia και έχουν στόχο να μεταγγίσουν την παράδοση του ιδιότυπου βαλκανικού σουίνγκ στις νεότερες γενιές. Ολα της τα μέλη είναι δεξιοτέχνες τσιγγάνικης καταγωγής, που ακολουθούν πιστά τα βήματα των ορχηστρών χάλκινων πνευστών που κυριαρχούν στα Βαλκάνια. Στην πραγματικότητα, είναι νέα παιδιά που μεγάλωσαν στα περίχωρα των μεγάλων πόλεων της Ρουμανίας ακούγοντας και παίζοντας μουσική σε γάμους και πανηγύρια και τα οποία ξέφυγαν από τις συνήθειες αρκετών συνομηλίκων τους (συμμορίες και ναρκωτικά). Το 2004 μπήκαν και στη δισκογραφία, κυκλοφορώντας το πρώτο τους άλμπουμ «Crammed Discs».*